Τα πρότυπα του χωρικού σχεδιασμού στρέφονται σταδιακά προς εξελικτικές προσεγγίσεις με τη χρήση υπολογιστικών μεθόδων (αλγορίθμων) προκειμένου να υποστηρίξουν την προσαρμοστική ικανότητα των χωρικών ενοτήτων. Ο Richard Dawkins στο βιβλίο του The Blind Watchmaker: Why the Evidence of Evolution Reveals a Universe without Design, συγκρίνει την ανθρώπινη ικανότητα για σχεδιασμό με τη διαδικασία της φυσικής επιλογής και συμπεραίνει ότι η τελευταία παράγει πολυπλοκότητα χωρίς να χρειάζεται ‘δημιουργός’. Ο Christopher στο βιβλίο του The Nature of Order (2002) επιχειρηματολογεί ότι: «…υπάρχει ένας θεμελιώδης νόμος για τη δημιουργία πολυπλοκότητας ο οποίος είναι ότι: όλα τα ισχυρά δομημένα συστήματα που γνωρίζουμε και που θεωρούμε ως πετυχημένα, είναι παραγόμενες  και όχι κατασκευασμένες δομές. Είναι αυτά τα αποσπάσματα σχετικά με τον χωρικό σχεδιασμό; Αυτή είναι η άποψη που υποστηρίζω στη συνέχεια.

Από τις αρχές του 21 αιώνα, όλο και περισσότερο κερδίζουν έδαφος οι απόψεις ότι τα χωρικά συστήματα αποτελούν παραγόμενες δομές που δεν σχεδιάζονται εκ των άνω αλλά αναδύονται και εξελίσσονται εκ των κάτω. Είναι ενδιαφέρον ότι οι υποστηρικτές της αυτό-οργάνωσης των χωρικών μορφών σημειώνουν ότι ήδη από τη δεκαετία του 1960 διαφωνούντες και ακτιβιστές όπως η Jane Jacobs ισχυρίζονταν ότι οι πόλεις δεν μπορούν να ρυθμιστούν μηχανιστικά εκ των άνω αλλά αποτελούν το πολύπλοκο αποτέλεσμα μιας πληθώρας ανεξάρτητων και ημιαυτόνομων δρώντων και διαδικασιών.

Ο Geoffrey West ο οποίος διευθύνει το πρόγραμμα για τη νέα επιστήμη των πόλεων στο Santa Fe Institute, πιστεύει ότι συνεχίζουν την ατζέντα της Jane Jacobs με χρήση προχωρημένων μαθηματικών. Η κεντρική ιδέα είναι να συγκεντρώσουν και να αναλύσουν μαζικές σειρές δεδομένων προκειμένου να ανακαλύψουν τους νόμους της εξέλιξης των αστικών φαινομένων. Η έρευνα αυτή έχει δείξει ότι όλες οι υλικές συνιστώσες και υποδομές των πόλεων, πχ. το μήκος των δρόμων ή η κατανάλωση ενέργειας, ακολουθούν μη-γραμμικές συναρτήσεις και αυξάνουν λιγότερο από την αύξηση του μεγέθους των πόλεων. Αυτό σημαίνει ότι σε σχέση με τις υλικές εισροές η αποτελεσματικότητα των πόλεων βελτιώνεται με την αύξηση του μεγέθους και ότι υπάρχουν συγκριτικά πλεονεκτήματα συσσώρευσης και συγκέντρωσης. Αντίθετα, από την άλλη πλευρά, οι κοινωνικές και οικονομικές διαδικασίες, ανεξάρτητα αν πρόκειται για επιθυμητές όπως η δημιουργία θέσεων εργασίας και εισοδήματος ή ανεπιθύμητες όπως τα εγκλήματα και τα δυστυχήματα, ακολουθούν επίσης μη-γραμμικές συναρτήσεις αλλά τείνουν να αυξάνουν με το μέγεθος των πόλεων.

Αυτή η διπλή και φαινομενικά αντιφατική μεταβολική διαδικασία, που μεταφράζεται σε επιβράδυνση των υλικών εισροών και επιτάχυνση των κοινωνικό-οικονομικών εκροών, αποδεικνύει ότι οι πόλεις, αντίθετα από τους βιολογικούς οργανισμούς, είναι ικανές να εξελίσσονται γρηγορότερα και να γίνονται συνεχώς πιο παραγωγικές και αποτελεσματικές δομές. Η βιωσιμότητα αυτού του ενάρετου κύκλου που οδηγεί από ένα τεχνολογικό και οργανωτικό επίπεδο στο επόμενο μπορεί να καταρρεύσει και να μετατραπεί σε έναν φαύλο κύκλο από τη στιγμή που οι καινοτομίες θα αδυνατούν να προσφέρουν επαρκείς λύσεις στην εξάντληση ή υποβάθμιση των υλικών εισροών (πχ. αέρας, τροφή, νερό, ενέργεια, ίσως πλέον και λίθιο).

Πολλοί υποστηρικτές της εξελικτικής προσέγγισης θεωρούν ότι ο χωρικός σχεδιασμός θα πρέπει να προσαρμοστεί προκειμένου να παίξει έναν διαφορετικό ρόλο από τον παραδοσιακό ρόλο της δημιουργίας ενός συνολικού ρυθμιστικού πλαισίου χωρικών ενοτήτων όπως οι πόλεις και οι περιφέρειες. Μια πιθανή εκδοχή είναι να στραφεί προς ένα στρατηγικό σχεδιασμό προκειμένου να διαμορφώνει οράματα η υλοποίηση των οποίων μπορεί να αφεθεί σε διαδικασίες αυτό-οργάνωσης που μπορεί να ακολουθούν διαφορετικές διαδρομές. Τέτοιες εξελίξεις μπορούν να προσφέρουν κρίσιμη βοήθεια στο σχεδιασμό μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, της δημογραφικής έκρηξης και της κλιματικής αλλαγής, η κλίμακα των οποίων έχει πλέον υπερβεί τις υπάρχουσες ικανότητες διαμόρφωσης και εφαρμογής συνολικών χωρικών σχεδίων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αστικός πληθυσμός της Κίνας θα φτάσει το 1 δισεκατομμύριο έως το 2030, με σχεδόν 300 εκατομμύρια να προστίθενται σε λιγότερο από 2 δεκαετίες. Είναι αδύνατον να αγνοήσουμε την κλίμακα των προκλήσεων που θα πρέπει να αντιμετωπίσει ο χωρικός σχεδιασμός λόγω αυτών των τάσεων. Στο πλαίσιο αυτό η επεξεργασία μιας εξελικτικής προσέγγισης δεν είναι απλώς μια θεωρητική πρόκληση αλλά απολύτως αναγκαία για την εξέλιξη και προσαρμογή του χωρικού σχεδιασμού στις νέες συνθήκες ενός αστικοποιημένου και διασυνδεδεμένου κόσμου.

Σε αντίθεση με τα συμβατικά μοντέλα που αποτελούν εννοιολογικές αφαιρέσεις κάποιων ιδανικών χωρικών αναπαραστάσεων και ισχυρίζονται ότι μπορούν να προβλέψουν το μέλλον με βάση εναλλακτικά σενάρια και περιορισμένα σύνολα δεδομένων, η νέα γενιά εξελικτικών προσεγγίσεων στηρίζεται  σε μαζικά δεδομένα σε πραγματικό χρόνο και είναι σε θέση να καταγράψει την πραγματική συμπεριφορά των πολιτών προκειμένου να διευκολύνει τη λειτουργία των χωρικών συστημάτων. Αυτό είναι δυνατόν επειδή η συγκέντρωση και πρόσβαση σε μαζικά δεδομένα σε πραγματικό χρόνο είναι πλέον διαθέσιμη σε εξατομικευμένη και διαδραστική βάση. Νέες υπολογιστικές τεχνικές συλλογής, εξόρυξης και διαχείρισης δεδομένων και αναγνώρισης μορφών, αυξάνουν την ελκυστικότητα της χωρικής ανάλυσης με βάση διεπιστημονικές προσεγγίσεις και μεγάλα project, του είδους  που αναγνωρίζεται ως «big science”. Η τάση αυυτή ανοίγει το δρόμο προς τη δραστική επανεκτίμηση των υπαρχουσών θεσμικών και οργανωτικών δομών για τη ρύθμιση των αστικών λειτουργιών και της αστικής ανάπτυξης και επίσης για την αναμόρφωση των εννοιολογικών και μεθοδολογικών πλευρών της θεωρίας και πρακτικής του χωρικού σχεδιασμού. Έτσι, για καλό ή για κακό, έφτασε ο καιρός που ο χωρικός σχεδιασμός θα πρέπει να στραφεί σε μορφές “big science” με μεγάλους προϋπολογισμούς διεπιστημονικές ομάδες, με εξιδεικευμένο τεχνικό προσωπικό και ειδικό εξοπλισμό.