Στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία οι πολίτες που αποφεύγανε το καθήκον συμμετοχής στην εκκλησία (συνέλευση) του δήμου όπου παίρνονταν όλες οι σημαντικές αποφάσεις για τη διακυβέρνηση της πόλης και συνέχιζαν τις υπόλοιπες δραστηριότητες τους στην αγορά,  στιγματίζονταν με ένα κόκκινο νήμα. Το νήμα που συνδέει με αυτό τον τρόπο την εκκλησία του δήμου με την αγορά, συμβολίζει το δικαίωμα και το καθήκον των πολιτών στη διακυβέρνηση της πόλης τους.

Εάν δεχτούμε την υπόθεση ότι οι χωρικές μορφές είναι το ορατό αποτέλεσμα της αυτο-οργάνωσης πολύπλοκων συστημάτων που ακολουθούν διαφορετικές διαδρομές εκ των κάτω, θα αλλάξει δραστικά και ο τρόπος που θεωρούμε ότι αυτά τα συστήματα μπορούν να ρυθμιστούν και να σχεδιαστούν. Για παράδειγμα, οι θεωρίες, οι πρακτικές και τα συστήματα σχεδιασμού που διαμορφώθηκαν στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα, προκειμένου να ρυθμίσουν τη χωρική ανάπτυξη εκ των άνω, όχι μόνο αποδείχθηκαν ανίκανα να προσφέρουν αποδεκτές και ορθολογικές λύσεις αλλά αποτέλεσαν και τα ίδια μέρος των πολεοδομικών και χωροταξικών προβλημάτων. 

Φαίνεται λοιπόν ότι είναι απαραίτητο να δημιουργηθούν εργαλεία και μέθοδοι συνεχούς παρακολούθησης και ελάχιστης παρέμβασης ώστε να διατηρείται η μέγιστη ευελιξία στη διαμόρφωση των χωρικών μορφών. Με κάποια απλούστευση, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το παλιότερο μινιμαλιστικό σλόγκαν “less is more” είναι μια καλή περιγραφή των τάσεων μετασχηματισμού των προτύπων σχεδιασμού. Οι νέες μινιμαλιστικές προσεγγίσεις  στρατηγικού χαρακτήρα αποδέχονται ότι ο χωρικός σχεδιασμός είναι ένα υπό-σύστημα της ευρύτερης εξελικτικής διαδικασίας μετασχηματισμού των χωρικών μορφών. Με την έννοια αυτή αποτελεί μέρος μιας μαθησιακής διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας μια πληθώρα δρώντων επιδιώκουν διαφορετικά επιθυμητά αποτελέσματα.

Η άποψη ότι οι χωρικές μορφές έχουν ασταθή χαρακτήρα και ότι η εξελικτική δυναμική τους θα πρέπει να γίνει μέρος της τρέχουσας θεωρίας και πρακτικής επηρεάζει πλέον δραστικά το επιστημονικό και επαγγελματικό πεδίο του χωρικού σχεδιασμού. Η άποψη αυτή ανατρέπει τις καθιερωμένες συστημικές προσεγγίσεις σύμφωνα με τις οποίες ο σκοπός του χωρικού σχεδιασμού είναι να αποκαταστήσει κάποιες προαποφασισμένες βέλτιστες μορφές χωρικής ισορροπίας.  Οι παλιές αυτές προσεγγίσεις  προτείνουν ανελαστικές παρεμβάσεις οι οποίες περιορίζουν τη δυνατότητα βελτιστοποίησης μέσω της εξελικτικής διαδικασίας.

Οι νέες τάσεις ελάχιστης παρέμβασης είναι συμβατές και με τη λεγόμενη “big science” καθώς η ανάλυση μεγάλου όγκου δεδομένων που συλλέγονται σε πραγματικό χρόνο με αισθητήρες, κινητά τηλέφωνα και άλλες ψηφιακές πηγές, επαναφέρει  την πολλαπλότητα των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στους πολίτες χωρίς να προκαταλαμβάνει το αποτέλεσμα της σύνθεσης των διαφορετικών τους επιλογών και δράσεων. Για πολύ καιρό η φιλοδοξία του χωρικού σχεδιασμού να διαμορφώσει το μέλλον σύμφωνα με κάποιο συνολικό σχέδιο αποτελούσε ένα δυσβάστακτο φορτίο και ήταν η βασική πηγή της συσσώρευσης αποτυχιών. Η σύγχρονη τάση προς ένα πρότυπο συνεχούς στρατηγικού σχεδιασμού που συνδυάζει την ελάχιστη παρέμβαση με τη μέγιστη ευελιξία των χωρικών δομών, προσφέρει ένα διαφορετικό υπόδειγμα.

Αν λοιπόν ξαναγυρίσουμε στην αρχική εικόνα, ο χωρικός σχεδιασμός θα μπορούσε να γίνει το νήμα που συνδέει τις τυχαίες αλληλεπιδράσεις των πολιτών στην αγορά με τη συνειδητή συμμετοχή τους στις αποφάσεις και να αποτελέσει έτσι τον από μηχανής θεό που θα επιτρέψει να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στο παρόν και το μέλλον, στην κοινωνία και τη φύση και στον χωρικό σχεδιασμό και την εξέλιξη των χωρικών μορφών.