Σύμφωνα με τον υπολογιστή “deep thought” στο βιβλίο του Douglas Adams,  The Hitchhikers Guide to the Galaxy (1979), o αριθμός 42 είναι η απάντηση στην απόλυτη ερώτηση για τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα. Το νόημα όμως αυτής της ερώτησης παραμένει άγνωστο και σύμφωνα πάντα με τον “deep thought” θα πρέπει να αναζητηθεί μέσα από ένα πολύπλοκο υπολογιστικό matrix συμπαντικής διάστασης και διάρκειας που περιλαμβάνει όλες τις μορφές της ύλης και της ζωής.

Το δίδαγμα από το αλληγορικό αίνιγμα του Douglas Adams είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον για τον χωρικό σχεδιασμό ο οποίος χαρακτηρίζεται από την επιθυμία να δίνει συνεχώς απαντήσεις σε ερωτήσεις το νόημα και το περιεχόμενο των οποίων αγνοεί σε σημαντικό βαθμό. Η κρισιμότητα αυτής της μάλλον αφελούς και όχι πάντα καλοπροαίρετης πρακτικής εντείνεται στην τρέχουσα συγκυρία της ψηφιακής εποχής, των μαζικών σειρών δεδομένων, του διαδικτύου των πραγμάτων και της τεχνητής νοημοσύνης. Καθώς το state of the art μετατοπίζεται στον τεκμηριωμένο σχεδιασμό και τα τεκμήρια που απαιτούνται προέρχονται όλο και περισσότερο από αυτοματοποιημένες διαδικασίες συλλογής και αλγοριθμικής επεξεργασίας δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, οι απαντήσεις που δίνονται σε ουσιαστικά άγνωστες ερωτήσεις μοιάζουν ανησυχητικά με το περίφημο 42.

Σχετικά με τις δυνατότητες του λεγόμενου τεκμηριωμένου σχεδιασμού είναι ίσως χρήσιμη η επισήμανση του John Allen Paulos στο εξαιρετικό βιβλίο Innumeracy: mathematical illiteracy and its consequences (1990, Vintage Books) ότι: Τα θεωρητικά μαθηματικά ασχολούνται πράγματι με βεβαιότητες, αλλά οι εφαρμογές τους είναι τόσο έγκυρες όσο και οι βασικές εμπειρικές υποθέσεις, απλουστεύσεις και εκτιμήσεις τις οποίες υιοθετούν (πρόσβαση στην ελληνική μετάφραση http://mathhmagic.blogspot.com/2012/07/innumeracy.html). Οι περιορισμοί του τεκμηριωμένου σχεδιασμού αναδεικνύονται με μεγαλύτερη σαφήνεια σε πρόσφατο άρθρο της Adrienne Bernhard  (http://www.bbc.com/capital/story/20180706-why-it-matters-if-we-become-innumerate) όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων οι απόψεις της Celia Hoyles, καθηγήτριας μαθηματικής εκπαίδευσης στο UCL, ότι  “Models become hidden in the technology…This can be very dangerous. We need to understand a computer’s output is not magic: we have to question where the figures come from” και του Conrad Wolfram, διευθυντή στρατηγικής της Wolfram Europe, ότι “The population now falsely assumes you can calculate everything, because of technology,” … from exam results to fake-news, “things that have a number attached to them are sometimes used beyond their ability to judge.”

Πηγαίνοντας πάλι πίσω, λίγο πριν από την ανάδυση της ψηφιακής εποχής, ο Peter Hall, στο βιβλίο του Great Planning Disasters (1980), αναφερόταν στις αντιφατικές επιπτώσεις και τις μεγάλες αστοχίες του χωρικού σχεδιασμού, δίνοντας παραδείγματα όπως οι Αυτοκινητόδρομοι του Λονδίνου ή το BART System (Bay Area Rapid Transit) του Σαν Φρανσίσκο. Ανεξάρτητα πάντως από την ακρίβεια του χαρακτηρισμού των διαφόρων περιπτώσεων, ως αστοχίες ή αποτυχίες, παραμένει γεγονός ότι οι προσπάθειες προώθησης της χωρικής ανάπτυξης, ιδιαίτερα τα μεγάλα project οικιστικής ανάπτυξης και υποδομών, συνοδεύονται συχνά από αντιφατικές ή/και απρόβλεπτες συνέπειες.  Οι περιπτώσεις αυτές θέτουν σε δοκιμασία τον ορθολογισμό και την κοινωνική αποδοχή της συνολικής διαδικασίας λήψης και υλοποίησης των σχετικών αποφάσεων.

Στην επερχόμενη τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, η ψηφιακή τεχνολογία και οι ψηφιακές υποδομές είναι διαθέσιμες και μπορούν να υπσοτηρίξουν τον τεκμηριωμένο σχεδιασμό. Για να αξιοποιηθούν όμως σωστά χρειάζεται η εξασφάλιση οργανωτικής και τεχνολογικής επάρκειας και η στελέχωση με κατάλληλα εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Οι τεχνικές λύσεις δεν μπορούν να απαντήσουν από μόνες τους για το ποιο είναι το επιθυμητό μέλλον μιας πόλης. Η άκριτη ή η βιαστική εφαρμογή τους καθιστούν τα όρια μεταξύ ευτοπίας και δυστοπίας δυσδιάκριτα αντικαθιστώντας για παράδειγμα, τις έννοιες του κάτοικου ή του πολίτη με όρους όπως του καταναλωτή ή του χρήστη. Οι ειδικοί μαζί με τους πολίτες θα πρέπει να θέσουν τις κατάλληλες ερωτήσεις και να προσανατολίσουν τις τεχνολογικές δυνατότητες ώστε να προλάβουν το μέλλον: να το φανταστούν, να το επιθυμήσουν, να το διεκδικήσουν και να το υλοποιήσουν. Οι πόλεις δεν θα γίνουν ποτέ πραγματικά ‘ευφυείς’ χωρίς ενεργούς πολίτες οι οποίοι θα θέτουν τα σωστά ερωτήματα και θα είναι σε θέση να διακρίνουν την επιστημονική τεκμηρίωση από την ψευδο-επιστήμη και να κρίνουν τις αποφάσεις που τους αφορούν.