Ο σκοπός και η αποστολή του χωρικού σχεδιασμού περιγράφεται σε πολλά κείμενα,  άρθρα, βιβλία, μανιφέστα και επίσημα έγγραφα, με διαφορετικούς τρόπους και εμφάσεις αλλά και σημαντικές επικαλύψεις. Οι περισσότερες διατυπώσεις συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι ο χωρικός σχεδιασμός προσβλέπει μια καλύτερη και πιο ανθεκτική και βιώσιμη σχέση του φυσικού με το δομημένο περιβάλλον. Εάν παραβλέψουμε τις ιδεολογικές και ηθικές πτυχές των διαφορετικών διατυπώσεων, παραμένει ως κοινός τόπος ότι ο χωρικός σχεδιασμός στην προσπάθεια να μετασχηματίσει τις χωρικές μορφές, προτείνει εναλλακτικές στρατηγικές για μια διαφορετική χωρική κατανομή του πληθυσμού, των δικτύων και των δραστηριοτήτων.

Για να πετύχει όμως σε αυτή την αποστολή, ο χωρικός σχεδιασμός χρειάζεται ισχυρή κοινωνική συναίνεση για τις προτάσεις του και πειστική απόδειξη των ικανοτήτων του να ανταποκριθεί με λογική στις προκλήσεις μιας τέτοιας προσπάθειας. Εάν στερηθεί τη συναίνεση τότε οι επιδιώξεις του αποδεικνύονται άσχετες και ανεπιθύμητες. Εάν δεν πείσει ότι διαθέτει τις ικανότητες θέτει σε αμφιβολία την ίδια την ύπαρξη του. Για τον λόγο αυτό η εξέλιξη των διαφόρων μορφών του χωρικού σχεδιασμού εκφράζει τη συνεχή αναζήτηση για εξασφάλιση κοινωνικής συναίνεσης στις προτάσεις του και επιστημονικού ορθολογισμού στις μεθόδους του.

Ο σχεδιασμός γενικότερα δεν ήταν πάντα επιθυμητός και έχει αμφισβητηθεί για διάφορους λόγους. Για παράδειγμα, ο Karl Popper, στο βιβλίο ‘The Open Society and its Enemies΄, που κυκλοφόρησε το 1945, θεωρεί ότι οι μεγάλες θεωρίες και ο κατευθυντήριος κεντρικός προγραμματισμός δεν μπορούν να λύσουν ικανοποιητικά τα κοινωνικά προβλήματα και συνεπώς δεν μπορούν να εξασφαλίσουν συναίνεση. Αντίθετα, προτείνει μια σταδιακή προσέγγιση που θα αντλούσε νομιμοποίηση από τη συμμετοχή όλων των πολιτών.

Στο βιβλίο ‘The Death and Life of Great American Cities’ που κυκλοφόρησε το 1961, η Jane Jacobs επιτίθεται στον κεντρικό εκ των άνω  σχεδιασμό ως πηγή των προβλημάτων των πόλεων. Δέκα χρόνια αργότερα ο Robert Goodman στο βιβλίο ‘After the Planners’, που κυκλοφόρησε το 1971, εκφράζοντας την αντί-συστημική ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 1960, αμφισβητεί την τεχνοκρατική εκδοχή της ‘αστικής εξυγίανσης’ ως έκφραση του ‘αστικού και βιομηχανικού κατεστημένου’.

Στο πλαίσιο αυτό ακόμα και ο ‘μη-σχεδιασμός’ θεωρήθηκε ως πιο ορθολογική και νομιμοποιημένη ανταπόκριση στα προβλήματα ανάμεσα στα οποία εντασσόταν και ο ίδιος ο σχεδιασμός. Ο Anthony Fontenot κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση αυτού του ανοιχτού ζητήματος στο κείμενο Notes Toward a History of Non-Planning: On design, the market, and the state (διαθέσιμο στη διεύθυνση https://placesjournal.org/article/notes-toward-a-history-of-non-planning/). Αυτή η άρνηση σχεδιασμού τροφοδότησε το 1969 το ειδικό αφιέρωμα του περιοδικού New Society με τον τίτλο ‘Non-Plan: An Experiment in Freedom’ στο οποίο πρωτοστάτησε ο Peter Hall ο οποίος το 1980 δημοσίευσε το βιβλίο ‘Great Planning Disasters’. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα μανιφέστο ενάντια στη νομιμοποίηση του σχεδιασμού ως εργαλείου διαμόρφωσης του αστικού περιβάλλοντος και μια έκκληση για την απόρριψη όλων των ρυθμίσεων σε όφελος μιας ‘αυθόρμητης’ ανάπτυξης εκ των κάτω.

Ανεξάρτητα από τη συγκυρία και τις ιδεολογικές φορτίσεις, η αποτελεσματικότητα του χωρικού σχεδιασμού θα εξαρτάται από την επιτυχία της αναζήτησης του για ορθολογισμό και συναίνεση.  Η διαδρομή αυτή  θα προσδιορίζει την εξέλιξη των απόψεων, των θεωριών και των πρακτικών του χωρικού σχεδιασμού σε όλα τα επίπεδα.