...ΓΙΑΤΙ Η ΚΡΙΣΗ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ;

Μπορεί η κρίση και η ύφεση να εμφανίζονται αρχικά στη σφαίρα της εθνικής οικονομίας, όμως οι συνέπειές τους και ο τρόπος που εκδηλώνονται στους επιμέρους τόπους διαφέρουν. Οι πόλεις, από την ίδια τη φύση τους, υφίστανται διαχρονικά μεγάλες αλλαγές εξαιτίας των οικονομικών διακυμάνσεων, με αποτέλεσμα να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες απέναντι σε κάθε μορφή κρίσης.

Στις πόλεις, για παράδειγμα, έγιναν ιδιαίτερα αισθητές οι αλλαγές που επήλθαν σε περιόδους αποβιομηχάνισης, που συνοδεύτηκαν από τη συρρίκνωση των κεντρικών περιοχών και την εγκατάλειψή τους από όσες δραστηριότητες δεν μπόρεσαν να επιβιώσουν. Κατά την τελευταία εικοσαετία, οι πόλεις είχαν αποτελέσει αφενός τόπους συγκέντρωσης δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων σε αστικά ακίνητα και υποδομές και αφετέρου τόπους μεγάλης επέκτασης των υπηρεσιών, ιδιαίτερα του χρηματοπιστωτικού τομέα και του εμπορίου, με αποτέλεσμα να δοκιμάζονται εντονότερα από την τρέχουσα οικονομική κρίση.

Στις μεγάλες πόλεις η συνθετότητα της οικονομικής και κοινωνικής γεωγραφίας, σε συνδυασμό με τη συσσώρευση περιβαλλοντικών προβλημάτων, αναδεικνύουν με μεγαλύτερη ένταση πολλές από τις οικονομικές και κοινωνικές πλευρές της κρίσης, όπως είναι το κλείσιμο ή η χρεοκοπία των επιχειρήσεων, η ανεργία και η υποαπασχόληση, οι κατασχέσεις ακινήτων και η φτώχεια.

Πρόκειται για παράγοντες που οδηγούν σε σοβαρά προβλήματα συρρίκνωσης, απαξίωσης και υποβάθμισης συγκεκριμένων ζωνών ή περιοχών της πόλης. Για παράδειγμα, το μαζικό κλείσιμο των εμπορικών επιχειρήσεων και η αύξηση των κενών καταστημάτων σε βασικούς εμπορικούς δρόμους πολλών ελληνικών πόλεων, οδηγεί στην απαξίωση του κτιριακού αποθέματος, στην ερήμωση ολόκληρων ζωνών και σε νέα προβλήματα υποβάθμισης του αστικού περιβάλλοντος. Ιδιαίτερα οι πόλεις που εξαρτήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα από την εσωτερική κατανάλωση που τροφοδοτούσαν οι εισοδηματικές επιδοτήσεις και η απασχόληση στο δημόσιο τομέα, είναι ακόμα πιο ευάλωτες στη δημοσιονομική κρίση. Η κρίση των πόλεων εντείνεται και από τα οργανωτικά και χρηματοδοτικά ελλείμματα των τοπικών αυτοδιοικήσεων και επομένως από την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανάγκες των πολιτών.

Για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης δεν υπάρχουν έτοιμες ή γρήγορες λύσεις που να μπορούν να εφαρμοστούν γενικά, χωρίς να ληφθούν υπόψη τόσο οι ιδιαιτερότητες της εθνικής οικονομίας και του κοινωνικο-πολιτικού συστήματος όσο και των ίδιων των πόλεων. Η κατανόηση αυτών των συνθηκών σε περίοδο κρίσης αποτελεί το πρώτο ουσιαστικό βήμα για την ανίχνευση, αξιολόγηση και βελτίωση των πολιτικών και εργαλείων αντιμετώπισης των προβλημάτων των πόλεων.

...ΠΩΣ ΕΠΗΡΕΑΖΕΤΑΙ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ;

Η οικονομική κρίση προκαλεί διαφοροποίηση των ατομικών και συλλογικών  συμπεριφορών που κατευθύνονται στην εκμετάλλευση τυχόν διαθέσιμων περιβαλλοντικών πόρων για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών, με αποτέλεσμα την επιδείνωση ή/και την εμφάνιση νέων πιέσεων και προβλημάτων στο αστικό περιβάλλον.

Οι αρνητικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης στο αστικό περιβάλλον γίνονται ιδιαίτερα αισθητές στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου, για παράδειγμα, η κάλυψη των αναγκών θέρμανσης με τη χρήση καυσόξυλων ή άλλης βιομάζας -ακόμα και κάθε είδους ακατάλληλων υλικών- αυξάνει τη συγκέντρωση των αιωρούμενων σωματιδίων πάνω από τα επιτρεπτά όρια, προκαλώντας έτσι κινδύνους για τη δημόσια υγεία.

Λιγότερο φανερές, αλλά εξίσου σοβαρές, είναι οι επιπτώσεις που προκαλούνται από τις υποχρεωτικές διαρθρωτικές μεταβολές. Για παράδειγμα, η απλοποίηση των διαδικασιών περιβαλλοντικής αδειοδότησης λόγω της κρίσης προκειμένου να διευκολυνθούν οι επενδύσεις, μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια κρίσιμων φυσικών πόρων ή ακύρωση σημαντικών περιβαλλοντικών κεκτημένων.

Επίσης, η ανεπαρκής στελέχωση και χρηματοδότηση των αρμόδιων υπηρεσιών για θέματα παρακολούθησης και ελέγχου του περιβάλλοντος, π.χ. των υπηρεσιών για την ολοκλήρωση των δασικών χαρτών και του κτηματολογίου, αδυνατίζει αντικειμενικά τις προϋποθέσεις της περιβαλλοντικής προστασίας. Παράλληλα, καταγράφονται και ορισμένες άμεσες θετικές συνέπειες της κρίσης για το αστικό περιβάλλον, όπως είναι ο περιορισμός της υπερκατανάλωσης, η μείωση της ρύπανσης λόγω μείωσης της κυκλοφορίας των οχημάτων και η αναστολή των ρυθμών αστικής διάχυσης και προαστιακής ανάπτυξης. Η κρίση μπορεί ακόμη να αποτελέσει και ευκαιρία για την ενεργοποίηση μηχανισμών προστασίας του περιβάλλοντος, αν η προσπάθεια βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας συνδεθεί με την ορθολογική αξιοποίηση των φυσικών πόρων και τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Στις δυνητικά θετικές πλευρές των συνεπειών της οικονομικής κρίσης μπορεί να καταγραφούν και διάφορες αναδυόμενες δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα η αναζωογόνηση της αστικής γεωργίας στα όρια των πόλεων, ως μια νέα τάση που φέρνει τους κατοίκους της πόλης σε άμεση επαφή με τη γη και το περιβάλλον, αλλά και ως πρακτική αύξησης των πράσινων χώρων και βελτίωσης του μικροκλίματος.

...ΠΩΣ ΕΠΗΡΕΑΖΕΤΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΟΧΗ;

Στο κοινωνικό επίπεδο, η κρίση υπονομεύει τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, καθώς η συνεχώς αυξανόμενη ανεργία -επακόλουθο της παρατεταμένης ύφεσης- πολλαπλασιάζει τα φαινόμενα κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης και ενισχύει τους παράγοντες αύξησης της παραβατικότητας και εγκληματικότητας. Η εμφάνιση των νεοάστεγων και νεόπτωχων, και γενικότερα μιας σημαντικής μερίδας του αστικού πληθυσμού που εμφανίζει αδυναμία κάλυψης των βασικών του αναγκών, οδηγεί στη διαμόρφωση περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων με αμφίβολη προοπτική επανένταξης στην οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης.

Γενικότερα, οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης οδηγούν σε σημαντική αλλοίωση της κοινωνικής και δημογραφικής βάσης των πόλεων και έχουν άμεσο και έμμεσο χωρικό αντίκτυπο. Οι τάσεις απώλειας πληθυσμού των κεντρικών περιοχών των μεγάλων πόλεων, συμβάλλει περαιτέρω στην υποβάθμιση και κυρίως στην αδυναμία ανάκαμψης εκτεταμένων αστικών περιοχών. Η μαζική φυγή νέων επιστημόνων, συχνά με υψηλά προσόντα, το λεγόμενο ‘brain drain’, που αποτελεί έτσι κι αλλιώς ένα χρόνιο πρόβλημα των πιο αδύναμων οικονομιών, εντείνεται λόγω της οικονομικής κρίσης και της χαμηλής ζήτησης για ειδεικευμένο επιστημονικό δυναμικό στην αγορά εργασίας.

Η μετανάστευση των νέων επιστημόνων στερεί τις πόλεις από δημιουργικές δυνάμεις και συντελεί στην αύξηση του ποσοστού γήρανσης του αστικού πληθυσμού υπονομεύοντας έτσι πολλαπλά τις προοπτικές ανάκαμψης των πόλεων. Από την άλλη πλευρά, οι ροές εσωτερικής μετανάστευσης αναπροσαρμόζονται μέσα στην κρίση και άτομα με δεξιότητες, γνώση και εμπειρία κινούνται αντίστροφα, από τις μεγάλες προς τις μικρότερες πόλεις και την ύπαιθρο, συμβάλλοντας έτσι αφενός στην ελάφρυνση των αστικών προβλημάτων και αφετέρου στην αναζωογόνηση των τόπων εγκατάστασης αυτού του πρώην αστικού πληθυσμού. Η μεταβολή των μεταναστευτικών ροών συμπληρώνεται και από τον εκ των πραγμάτων δραστικό περιορισμό της εισροής αλλά και την τάση επιστροφής πολλών οικονομικών μεταναστών στους τόπους καταγωγής τους.

Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης, αναδύονται και ενισχύονται τάσεις συλλογικότητας, μέσα από πρωτοβουλίες αλληλεγγύης και προσφοράς σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, ένα φαινόμενο που σηματοδοτεί την ανάκτηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης και μπορεί να αποτελέσει προπομπό τόνωσης της κοινωνικής συνοχής.

…ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΛΥΣΗ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗΣ;

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, αναπτύχθηκαν προσεγγίσεις παρέμβασης και θεσμικές διαδικασίες, πρακτικές και εργαλεία σχεδιασμού που είχαν στόχο την αλλαγή της εικόνας των πόλεων, την αύξηση της ανταγωνιστικότητάς τους και την προσέλκυση νέων επενδύσεων για την αναζωογόνηση της τοπικής οικονομίας. Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις υλοποιήθηκαν επεμβάσεις ‘αστικής αναγέννησης’, όπου μεγάλες εκτάσεις αστικής γης υπέστησαν μια διαδικασία κεφαλαιοποίησης, μέσω της οποίας τίτλοι δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας πωλήθηκαν σε σχετικά χαμηλές τιμές, ενώ τα αναμενόμενα μελλοντικά κέρδη από την αξιοποίησή τους προσέλκυσαν κύματα νέων ιδιωτικών επενδύσεων.

Ο κύριος στόχος αυτών των επεμβάσεων ήταν η οικονομική αναγέννηση περιοχών που βρέθηκαν στη δίνη τοπικών κρίσεων αποβιομηχάνισης λόγω της κατάρρευσης κλάδων του δευτερογενούς τομέα σε συγκεκριμένες πόλεις και περιφέρειες. Οι επεμβάσεις ‘αστικής αναγέννησης’ προσέφεραν την οικονομική βάση για να ξεκινήσει η μετάβαση των τοπικών οικονομιών σε μια πιο διαφοροποιημένη και διεθνοποιημένη οικονομία, με αυξημένη έμφαση στον τριτογενή τομέα (εμπόριο, αναψυχή, πρόνοια, υπηρεσίες, τουρισμός), αλλά και σε αναδυόμενους τομείς υψηλής τεχνολογίας επικοινωνιών και πληροφορικής.

Οι επεμβάσεις ‘αστικής αναγέννησης’ οδήγησαν σε διάφορες μορφές εξευγενισμού που παρείχαν μια προσωρινή, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, λύση για εντοπισμένες μορφές αστικής κρίσης. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι περιοχές αυτές αποτέλεσαν μέρος των σημερινών προβλημάτων που χαρακτηρίζουν την αστική ανάπτυξη, καθώς δημιούργησαν τεχνητή ‘υπερπροσφορά’ οικιστικού ή γραφειακού αποθέματος, χώρων υπηρεσιών ή κατανάλωσης, με διογκωμένη υπεραξία, η οποία με τη σειρά της τροφοδότησε την τρέχουσα οικονομική κρίση.

Θα πρέπει όμως να υπογραμμιστεί ότι οι επεμβάσεις ‘αστικής αναγέννησης’ και συνεπώς οι σημαντικές επενδύσεις από την πλευρά του ιδιωτικού τομέα, πραγματοποιήθηκαν σε μια περίοδο που δεν χαρακτηριζόταν από γενικευμένη κρίση αλλά από θετικές προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης και ευημερίας. Σήμερα, στο πλαίσιο της γενικευμένης κρίσης και ύφεσης, το ερώτημα που τίθεται είναι αν τα εργαλεία, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που αναπτύχθηκαν στο παρελθόν, μέσω των προγραμμάτων αστικής αναγέννησης, είναι κατάλληλα για να αντιμετωπίσουν τα νέα αστικά προβλήματα, οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής φύσης, που προκύπτουν ακριβώς ως συνέπεια των προηγούμενων τρόπων οικονομικής και ειδικότερα αστικής ανάπτυξης.

…ΤΙ ΡΟΛΟ ΠΑΙΖΕΙ Η ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ;

Η στενή σχέση του χρηματοπιστωτικού τομέα με τις επενδύσεις σε αστικά ακίνητα, μέσω της αξιοποίησής τους ως προνομιακή μορφή πλασματικού κεφαλαίου, βρίσκεται στον πυρήνα της σημερινής γενικευμένης οικονομικής κρίσης, η έναρξη της οποίας χρονολογείται το 2008 ως συνέπεια της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων στις ΗΠΑ. Η τροφοδότηση της ‘φούσκας’ των ακινήτων μέσω επισφαλών δανείων και η σταδιακή μετατροπή τους σε άλλα χρηματιστηριακά προϊόντα, τα οποία τελικά αποδείχθηκαν τοξικά, μετέτρεψε την κερδοσκοπία πάνω στη γη σε παράγοντα διεθνούς αποσταθεροποίησης.

Η κερδοσκοπική εκμετάλλευση της γης αποτελεί παραδοσιακό χαρακτηριστικό της διαδικασίας παραγωγής του χώρου στον ευρωπαϊκό νότο (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, Πορτογαλία), όπου ο κατασκευαστικός κλάδος συνιστούσε διαχρονικά έναν από τους κρισιμότερους τομείς της οικονομίας και έχει χρησιμοποιηθεί ως μέσο αναζωπύρωσής της σε διάφορες περιόδους. Στις περιοχές αυτές, τα νοικοκυριά στρέφονταν παραδοσιακά στην αγορά ακινήτων ως εξασφάλιση για το μέλλον της οικογένειάς τους, τόσο λόγω νοοτροπίας, όσο και ως επένδυση την οποία θεωρούσαν πολύ ασφαλέστερη από μετοχές ή άλλου είδους χρηματιστηριακά προϊόντα.

Ειδικότερα στην Ελλάδα, όπου η οικιστική παραγωγή χαρακτηριζόταν διαχρονικά από εντατικούς ρυθμούς και ιδιαίτερα ψηλές τιμές γης και ακινήτων, η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων και η μείωση της αξίας τους εκδηλώθηκε μάλλον ως επίπτωση της οικονομικής ύφεσης παρά ως συστατικό ή γενεσιουργό στοιχείο της κρίσης. Η κατακόρυφη μείωση των εισοδημάτων και άρα των δυνατοτήτων επένδυσης, η αδυναμία αποπληρωμής των δανείων και η συνεχόμενη αύξηση των υπερχρεωμένων νοικοκυριών, σε συνδυασμό με την υπερβολική αύξηση της φορολογίας στη μικρομεσαία ακίνητη περιουσία και την υποχώρηση του κράτους από τη χρηματοδότηση έργων υποδομής, οδήγησαν στην κατάρρευση της αγοράς ακινήτων και την ακύρωση του παραδοσιακού ρόλου του κατασκευαστικού κλάδου ως ισχυρού πυλώνα της ελληνικής οικονομίας.

Η κατάσταση αυτή, εκτός από τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στο σύστημα παραγωγής κατοικίας και υποδομών και τις αλλαγές που μπορεί να επιφέρει στο χάρτη του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, ανάλογα με τον πολιτικό χειρισμό του ζητήματος της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, της φορολόγησης των ακινήτων και της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων, συνδέεται άμεσα και με το γενικότερο ζήτημα της υποβάθμισης των συνθηκών διαβίωσης ευρύτερων κοινωνικών ομάδων και τη δημιουργία νέου τύπου αστικών προβλημάτων.

…ΤΙ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙ Η ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ;

Η προσέλκυση νέων ιδιωτικών επενδύσεων σε εκτάσεις ή ακίνητα που διαχειρίζονται δημόσιοι οργανισμοί, οι οποίοι στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελούν παρόχους υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, προτείνεται συχνά ως μέσο για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής λιτότητας. Η στροφή αυτή μπορεί δυνητικά να οδηγήσει στην ανάληψη σημαντικών πρωτοβουλιών από την πλευρά του κράτους και του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή αντίθετα να οδηγήσει σε εμπορευματοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας με αρνητικές συνέπειες για το δημόσιο συμφέρον.

Στην Ελλάδα, η δημόσια περιουσία αποτέλεσε διαχρονικά εργαλείο προώθησης και υλοποίησης διαφορετικών πολιτικών (πολεοδομικών, κοινωνικών, οικονομικών), αλλά και ένα μέσο κοινωνικής ενσωμάτωσης και ελέγχου. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, υπήρξε μια προσπάθεια ανάπτυξης μιας πιο συνεκτικής και συγκροτημένης πολιτικής, με την εισαγωγή μιας σειράς μέτρων και εργαλείων που είχαν στόχο την ορθολογική διαχείριση και αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας στο πλαίσιο προοώθησης της συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Πρόσφατα, με το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής 2011-2015, η πολιτική ιδιωτικοποίησης της δημόσιας περιουσίας απέκτησε επείγοντα χαρακτήρα.

Kάθε κινητή και ακίνητη ιδιωτική περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου και περιουσιακά στοιχεία δημόσιων επιχειρήσεων, των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου άμεσα ή έμμεσα στο δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ, περιήλθε, χωρίς αντάλλαγμα, στη διαχείριση του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ), προκειμένου να αξιοποιηθεί αποκλειστικά για την εξόφληση του δημόσιου χρέους. Παράλληλα, με τους συνοδευτικούς νόμους, πχ. το νόμο για τις “fast truck” επενδύσεις, δημιουργήθηκε ένα ευέλικτο πλαίσιο χωροθετικών ρυθμίσεων και διαδικασιών υλοποίησης που αφορούν επενδύσεις αξιοποίησης δημοσίων ακινήτων κατά παρέκκλιση από τα εγκεκριμένα χωροταξικά και πολεοδομικά σχέδια και τους ισχύοντες όρους και περιορισμούς δόμησης.

Η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται ιστορικά από βασικά προβλήματα όπως η πολυνομία φορέων διαχείρισης και αξιοποίησης, το ασαφές θεσμικό πλαίσιο προστασίας, η έλλειψη συγκροτημένης και ορθολογικής πολιτικής αξιοποίησης για το δημόσιο συμφέρον, οι αποσπασματικές επιλογές αξιοποίησης όπου κεντρικό ρόλο παίζουν οι πελατειακές σχέσεις. Η γενικευμένη δυνατότητα ιδιωτικοποίησης που φαίνεται να προωθείται υπό την πίεση της ανάγκης μείωσης του δημοσίου χρέους, θέτει κρίσιμα ερωτήματα, όχι απαραίτητα ιδεολογικά, που σχετίζονται με τα όρια μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού συμφέροντος, καθώς και με τη δυνητική λειτουργία της αστικής γης και των ακινήτων ως πλασματικού κεφαλαίου και τον κίνδυνο αναζωπύρωσης προβλημάτων που οδήγησαν στην παρούσα μορφή της οικονομικής κρίσης. 

… ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ, ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ

Στις τρέχουσες επιστημονικές και πολιτικές συζητήσεις η ανάλυση της κοινωνικής, οικονομικής και περιβαλλοντικής ανθεκτικότητας των περιφερειών και των τόπων, έχει αναδειχθεί ως κεντρική συνιστώσα της ένταξής τους στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανθεκτικότητα των πόλεων και η σύνδεσή της με το χωρικό σχεδιασμό αποτελεί ένα κρίσιμο πεδίο. Οι ίδιες οι πόλεις αναγνωρίζονται ως τμήματα ευρύτερων περιφερειακών συστημάτων στα οποία οι επιδράσεις των οικονομικών διακυμάνσεων σπάνια κατανέμονται ομοιόμορφα. Την τρέχουσα περίοδο τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση η αναγκαιότητα αλλαγών στο ελληνικό σύστημα χωρικού σχεδιασμού και η κατεύθυνση προς την οποία θα πρέπει να στραφούν αυτές οι αλλαγές. Η πολυδιάστατη αυτή συζήτηση έχει οδηγήσει στη διατύπωση προκαταρκτικών προτάσεων μεταρρύθμισης από την κεντρική διοίκηση, καθώς και στην κατάθεση κριτικών απόψεων από επιστημονικούς, επαγγελματικούς και κοινωνικούς φορείς.Ισχυρά επηρεασμένη από το πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής 2011-2015, τη συνεπαγόμενη οικονομική πολιτική και τα μέτρα εφαρμογής της, η επιχειρούμενη μεταρρύθμιση χαρακτηρίζεται από την αναζήτηση της κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ ρύθμισης και ευελιξίας, αλλά και μεταξύ αειφορίας, προώθησης των επενδύσεων και διασφάλισης του δημόσιου συμφέροντος. 

Με δεδομένη την τρέχουσα οικονομική συγκυρία, τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, τις υφιστάμενες αλλά και υπό τροποποίηση οργανωτικές και διοικητικές δομές, ως βασικό ζητούμενο των αλλαγών αναδεικνύεται η ενδυνάμωση της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας του συστήματος σχεδιασμού.

Ο χωρικός σχεδιασμός θα πρέπει να αναδειχθεί σε θετικό εργαλείο για τη διαχείριση και αξιοποίηση των πόλεων και των τόπων με όρους οικονομικής ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας, κοινωνικής ευημερίας και συνοχής και περιβαλλοντικής αναβάθμισης και προστασίας έχοντας ως κεντρική επιδίωξη τη διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης στις ευκαιρίες για ατομική και συλλογική βελτίωση των συνθηκών και της ποιότητας ζωής στις πόλεις.

Κεντρικό ζήτημα προς διερεύνηση αποτελεί η συμβολή του χωρικού σχεδιασμού στη δόμηση της ικανότητας αντίστασης, ανάκαμψης ή αναπροσανατολισμού των οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών δομών μιας πόλης προκειμένου να  μετριάσει τις επιπτώσεις της κρίσης, να απορροφήσει το αρχικό σοκ και να οδηγήσει σε νέες αναπτυξιακές διαδρομές.

…Η ‘ΠΑΡΑΔΟΣΗ’ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ

Τα συστήματα και οι πρακτικές του σχεδιασμού βασίζονται αλλά και περιορίζονται από το κοινωνικο-πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο ή τα γνωρίσματα της κοινωνίας από την οποία πηγάζουν και στην οποία εντάσσονται. Ο σχεδιασμός και το θεσμικό σύστημα που τον πλαισιώνει, διαμορφώνονται και υφίστανται σε συνάρτηση με ένα συγκεκριμένο πλαίσιο ‘παράδοσης’ ή ‘κουλτούρας’, το οποίο χαρακτηρίζει τον τρόπο λειτουργίας εμπλεκομένων θεσμικών και φυσικών υποκειμένων, καθώς και την αποτελεσματικότητα και τη σχέση στόχων και αποτελεσμάτων του σχεδιασμού. Αυτή η ‘παράδοση’ σχεδιασμού είναι μια έννοια δυναμική, που αφενός ενσωματώνει την ετερογένεια των τόπων, τον πλουραλισμό των αξιών και τη διαφορετικότητα συλλογικών και ατομικών διαδρομών και αφετέρου περιλαμβάνει την ερμηνεία των σκοπών και του περιεχομένου του σχεδιασμού, τον τρόπο που αναγνωρίζονται και αντιμετωπίζονται τα προβλήματα, τη χρήση συγκεκριμένων κανόνων, διαδικασιών και εργαλείων ή τους τρόπους και τις μεθόδους συμμετοχής των πολιτών. Με τον τρόπο αυτό η συγκεκριμένη ‘παράδοση’ σχεδιασμού αναδύεται ως αποτέλεσμα συναθροιζόμενων συμπεριφορών, αξιών, κανόνων, προτύπων και πεποιθήσεων, που μοιράζονται και ακολουθούν όσοι εμπλέκονται στο σχεδιασμό, περιλαμβάνοντας τόσο ανεπίσημες (παραδόσεις, συνήθειες και έθιμα) όσο και επίσημες (διοικητικές αρμοδιότητες και θεσμικό πλαίσιο) πτυχές του σχεδιασμού.

Στην Ελλάδα, στοιχεία της ‘παράδοσης’ σχεδιασμού αποτελούν η κυριαρχία ενός ισχυρά συγκεντρωτικού ρυθμιστικού και κανονιστικού πλαισίου, η απουσία εργαλείων στρατηγικού σχεδιασμού, η ανεπάρκεια των μηχανισμών δημόσιας διαβούλευσης και συμμετοχής, οι αδιαφανείς μορφές διαμεσολάβησης συμφερόντων και η έλλειψη επαρκών μηχανισμών υποστήριξης, ελέγχου και παρακολούθησης της εφαρμογής του χωρικού σχεδιασμού. Η τρέχουσα οικονομική κρίση επιτάσσει να γίνουν μεγάλες και καθοριστικής σημασίας αλλαγές στο  ισχύον σύστημα χωρικού σχεδιασμού, ώστε ο σχεδιασμός να γίνει περισσότερο ευέλικτος, καινοτόμος και επιχειρησιακός. Στο πλαίσιο της κρισιμότητας του σχεδιασμού για τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης και των νέων ρόλων των εμπλεκομένων στα διαφορετικά επίπεδα του χωρικού σχεδιασμού, αναμένονται δραστικές αλληλεπιδράσεις με την τρέχουσα ‘παράδοση’ σχεδιασμού.

Σε κάθε περίπτωση, στο πλαίσιο της οικονομικής συγκυρίας, οι πολεοδόμοι και χωροτάκτες, ειδικότερα, καλούνται να δράσουν ως ενορχηστρωτές των διαδικασιών του χωρικού σχεδιασμού των πόλεων, αναγνωρίζοντας τις σύνθετες αλληλεπιδράσεις μεταξύ οικονομικών, κοινωνικών, πολιτισμικών και περιβαλλοντικών σχέσεων. Οι προοπτικές ανάπτυξης κάθε πόλης θα πρέπει να διατυπώνονται σε συνάρτηση με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, είτε πρόκειται για αδυναμίες είτε για πλεονεκτήματα, απέναντι στις απειλές και τις ευκαιρίες που προκαλεί, πολλαπλασιάζει ή μεγεθύνει η οικονομική κρίση.

…ΝΕΑ ΑΣΤΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΗΣ ΠΟΛΗΣ

Οι πόλεις υπήρξαν ανέκαθεν τόποι εκδήλωσης αστικών κινημάτων, άλλοτε μεγαλύτερης και άλλοτε μικρότερης εμβέλειας, ως αποτέλεσμα των κοινωνικών αντιθέσεων και των διεκδικήσεων συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων. Κατά την τρέχουσα οικονομική κρίση, οι κοινωνικές εντάσεις πολλαπλασιάστηκαν και εκδηλώθηκαν αρκετές φορές μέσα από πολιτικές αντιπαραθέσεις ή/και βίαιες συγκρούσεις, συχνά σε συνδυασμό με την αμφισβήτηση του συνολικού οικονομικού και πολιτικού συστήματος, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις του ευρωπαϊκού νότου. Σε πολλές περιπτώσεις τα σύγχρονα αστικά κινήματα συνδέθηκαν με την αναζήτηση εναλλακτικών μορφών συλλογικής οργάνωσης, όπως διάφορες μορφές κοινωνικής οικονομίας, ως μέσο εξόδου από την κρίση. Η ανάγκη αντιμετώπισης των πρόσθετων κοινωνικών και γεωγραφικών αδικιών και ανισοτήτων που προκαλεί η τρέχουσα κρίση καθιστά επίκαιρο το ζήτημα της δίκαιης πόλης, μιας πόλης που εξασφαλίζει την ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών στη λήψη αποφάσεων, στις ευκαιρίες και τις εξυπηρετήσεις που προσφέρει η πόλη. Καθώς η αναζήτηση της δίκαιης πόλης συνδέεται με ζητήματα νομιμοποίησης της εξουσίας και κατανομής του παραγόμενου κόστους και οφέλους, δεν υπάρχουν εύκολες και αναμφισβήτητες απαντήσεις. Ένα πειστικό όραμα μιας δίκαιης πόλης θα πρέπει να εξηγήσει πώς θα επιτύχει ταυτόχρονα κοινωνική ευημερία και ισότητα, προσφέροντας περισσότερες ευκαιρίες ανάπτυξης που οδηγούν στη δημιουργία θέσεων εργασίας και προωθούν την κοινωνική συνοχή.

Η δίκαιη πόλη θα πρέπει να ενσωματώσει δημιουργικά όλες τις κοινωνικές ομάδες πέραν του αυτονόητου ενδιαφέροντος για τις μη προνομιούχες ομάδες. Η σύνθεση των επιδιώξεων όλων των κοινωνικών ομάδων και η ισότιμη πρόσβαση στις ευκαιρίες της αστικής ανάπτυξης σε σχέση με την επιδίωξη πραγματικής ισότητας θα πρέπει να αποτελέσουν τον άξονα του οράματος της δίκαιης πόλης. Η συμμετοχή στις αποφάσεις και ο δημοκρατικός πλουραλισμός δεν αρκούν ούτε για να άρουν την κυριαρχία ομάδων που διαθέτουν περισσότερες πηγές δύναμης και γνώσης ούτε για να αποτρέψουν τις ακραίες καταστάσεις και συμπεριφορές όπως είναι ο κοινωνικός αποκλεισμός και η άσκηση βίας. Η δίκαιη πόλη θα πρέπει να επιλύει θεσμικά και συναινετικά τα ζητήματα που αναπόφευκτα θα προκύπτουν, μέσω της αναγνώρισης και του σεβασμού των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων, τα οποία δεν θα μπορούν να περιορίζονται ούτε από συγκυριακές πλειοψηφίες ούτε από δυναμικές μειοψηφίες.

Η εφαρμογή των αρχών της δίκαιης πόλης συνεπάγεται συνεχή αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, αλλά και κατανόηση του γεγονότος ότι η πραγματοποίηση των οραμάτων συνδέεται με τα πραγματικά δεδομένα. Στο βαθμό που οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές διαφορές και συγκρούσεις παράγονται από εγγενείς δομές και αντιφάσεις της αστικής ανάπτυξης, το αίτημα για μια δίκαιη πόλη, θα αποτελεί επίκαιρο και διαρκές αίτημα αυτογνωσίας και κριτικού αναστοχασμού.

Σχολιάστε